ἀλόχω

ἄλοχος
partner of one's bed
fem nom/voc/acc dual
ἄλοχος
partner of one's bed
fem gen sg (doric aeolic)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ἀλόχῳ — ἄλοχος partner of one s bed fem dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀλόχωι — ἀλόχῳ , ἄλοχος partner of one s bed fem dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παρά — Πολιτεία της βορειοκεντρικής Βραζιλίας· βρέχεται από τον Ατλαντικό ωκεανό στα Α και συνορεύει με τη Γουιάνα και τη Σουρινάμ στα Β, με τις ομόσπονδες πολιτείες Μαρανιάν στα Α, Γκόιας στα ΝΑ και Μάτο Γκρόσο στα Ν, με τον Αμαζόνιο στα Δ, και με τα… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.